ἑκκαιδέκατος

ἑκκαιδέκᾰτος, η, ον,
A sixteenth, Hdt.2.143, etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εκκαιδέκατος — ἑκκαιδέκατος, η, ον (Α) δέκατος έκτος …   Dictionary of Greek

  • ἑκκαιδέκατος — sixteenth masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκκαιδεκάτω — ἑκκαιδέκατος sixteenth masc/neut nom/voc/acc dual ἑκκαιδέκατος sixteenth masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκκαιδέκατον — ἑκκαιδέκατος sixteenth masc acc sg ἑκκαιδέκατος sixteenth neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκκαιδεκάτη — ἑκκαιδέκατος sixteenth fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκκαιδεκάτην — ἑκκαιδέκατος sixteenth fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκκαιδεκάτης — ἑκκαιδέκατος sixteenth fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκκαιδεκάτου — ἑκκαιδέκατος sixteenth masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκκαιδεκάτῃ — ἑκκαιδέκατος sixteenth fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκκαιδεκάτῳ — ἑκκαιδέκατος sixteenth masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκκαιδεκάτα — ἑκκαιδεκάτᾱ , ἑκκαιδέκατος sixteenth fem nom/voc/acc dual ἑκκαιδεκάτᾱ , ἑκκαιδέκατος sixteenth fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.